Thymele Logo
Search

βωντβίλ [γαλλικό] [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 1
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Είδος ελαφράς κωμωδίας με τραγούδια βασισμένα σε ήδη γνωστές μελωδίες, το οποίο διαμορφώνεται στις πρόχειρες σκηνές των υπαίθριων παζαριών στη Γαλλία τον 18ο αιώνα και γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή στις ευρωπαϊκές σκηνές κατά τον 19ο αιώνα ως ολιγοπρόσωπη κωμωδία καταστάσεων με ανάλαφρη, συχνά φαρσική θεματολογία και αίσιο τέλος.

Ανάπτυξη

Το βωντβίλ αναφέρεται αρχικά σε ελαφρό, στροφικό τραγούδι και μόνο αργότερα προσδιορίζει το ομώνυμο θεατρικό είδος. Η ετυμολογία του όρου είναι ασαφής, με δύο ως τώρα επικρατέστερες ερμηνείες. Κατά την πρώτη, ανάγεται στα σατιρικά άσματα της κοιλάδας του ποταμού Vire στη Νορμανδία (vau-de-Vire) του 15ου αιώνα, τα οποία η παράδοση συνδέει με τον λαϊκό στιχουργό Olivier Basselin [Ολιβιέ Μπασλέν], και, κατά τη δεύτερη, στο έντεχνο αστικό στροφικό τραγούδι του 16ου αιώνα (voix de ville). Κοινό γνώρισμα και των δύο ερμηνειών ήταν η προσαρμογή νέων στίχων σε προϋπάρχουσες, οικείες μελωδίες.


Τα άσματα αυτά εισχώρησαν στην παρισινή κωμική σκηνή στα μέσα του 17ου αιώνα, μέσω των ιταλικών θιάσων της κομμέντια ντελλ άρτε, οι οποίοι τα ενσωμάτωναν στο τέλος των παραστάσεών τους. Μετά την απέλαση των Ιταλών από το Παρίσι το 1697, οι θίασοι των θεάτρων των παζαριών [théâtres de la foire], δεσμευμένοι από το μονοπώλιο της Comédie-Française [Κομεντί-Φρανσαίζ] που τους απαγόρευε τον έμμετρο διάλογο, κατέφυγαν στα «τραγούδια-βωντβίλ» για να παρακάμψουν τους περιορισμούς και να κρατήσουν το κοινό τους. Έτσι διαμορφώθηκε η «κωμωδία μετ᾽ ασμάτων» [comédie en vaudevilles]. Τον 19ο αιώνα το είδος συστηματοποιήθηκε ως αυτοτελής κωμωδία [comédie-vaudeville] από τον Eugène Scribe [Εζέν / Ευγένιος Σκριμπ]. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα το βωντβίλ απέκτησε διακριτά χαρακτηριστικά και σταδιακά μετονομάστηκε σε φάρσα. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του Eugène Labiche [Εζέν / Ευγένιος Λαμπίς], ο οποίος αποδέσμευσε το είδος από τα υποχρεωτικά τραγούδια και ενίσχυσε τη δράση και την ίντριγκα. Ως φάρσα, πλέον, το γαλλικό βωντβίλ επιβίωσε εξελιγμένο, τροφοδοτώντας το κωμικό θέατρο του 20ού αιώνα.


Βασικά χαρακτηριστικά του είδους είναι η απλή πλοκή που αναπτύσσεται συχνά σε μία μόνο πράξη και η ανάλαφρη θεματολογία, η οποία αντλεί από κοινωνικά ή οικονομικά εμπόδια, οικογενειακές συγκρούσεις και παρεξηγήσεις. Τα τραγούδια, βασισμένα σε γνωστές μελωδίες, φέρουν συχνά παρωδιακό τόνο, ενώ το αίσιο τέλος αποτελεί σταθερή σύμβαση. Οι χαρακτήρες είναι συνήθως στερεότυποι, ευκόλως αναγνωρίσιμοι, χωρίς ψυχολογικό βάθος.


Χάρη στον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, το βωντβίλ αγκαλιάστηκε από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ανταγωνίστηκε την όπερα και το ρομαντικό δράμα. Στα θέατρα των παζαριών οι θίασοι επινόησαν τα écriteaux, μεγάλες πινακίδες με τους στίχους των τραγουδιών, τα οποία ξετύλιγαν επί σκηνής ώστε το κοινό να τραγουδά τα κουπλέ σε γνωστές μελωδίες, μετατρέποντας τον νομικό περιορισμό σε δραματουργικό εύρημα. Χαρακτηριστικό δείγμα της ώριμης φάσης αποτελεί το La Chercheuse d'esprit [Η αναζητήτρια του πνεύματος] (1741) του Charles-Simon Favart [Σαρλ Σιμόν Φαβάρ], όπου τα άσματα οργανώνουν την πλοκή και προετοιμάζουν τη μετάβαση προς την οπερά-κωμίκ. Τον 19ο αιώνα ο Scribe καθιέρωσε το «βωντβίλ-φινάλε» [vaudeville final], τα καταληκτικά κουπλέ που απευθύνονταν ευθέως στο κοινό. Όταν, προς τα τέλη του αιώνα, το είδος έφθινε, ο όρος μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, όπου προσέλαβε ριζικά διαφορετική μορφή ως θέαμα ποικιλιών [variety show].


Στην Ελλάδα το βωντβίλ έγινε γνωστό στη γαλλική του μορφή. Στη δεκαετία του 1860 τοποθετούνται οι πρώτες «πεζωδίες» ή «ωδοδράματα» ή «βωδεβίλλια», αρχικά μεταφράσεις ξένων έργων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν Οι Μυλωνάδες (1870), μουσική κωμωδία βασισμένη σε ιταλική φάρσα: στην ελληνική διασκευή διατηρήθηκαν τα ιταλικά ονόματα με ελληνικές καταλήξεις (Cecchino-Τσεκίνος), ενώ τα ενσωματωμένα τραγούδια αυξήθηκαν από δύο σε είκοσι πέντε, γεγονός που οδήγησε τον πρωταγωνιστή Ευάγγελο Παντόπουλο να χαρακτηρίσει το έργο «μελοκωμωδία». Το γαλλικό βωντβίλ ενέπνευσε, τέλος, το ελληνικό κωμειδύλλιο, χωρίς τα δύο είδη να ταυτίζονται.

Εναλλακτικές Εκδοχές

βοντβίλ
Αγγλικά
vaudeville
Γαλλικά
vaudeville, le
Γερμανικά
Vaudeville, das
Ιταλικά
vaudeville, le

Σχετικοί όροι

κωμωδία, ευποίητο έργο, οπερέττα, μουσικό θέατρο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Μέσα σε ένα διφυές κοινωνικοπολιτισμικό τοπίο ιταλικοί λυρικοί θίασοι αρχίζουν από το 1840 να περιοδεύουν σε θέατρα της Ελλάδας και της καθ’ ημάς Ανατολής, για να τους διαδεχθούν, από τα τέλη της δεκαετίας του 1860 και έπειτα, γαλλικοί θίασοι όπερας, οπερέττας και βωντβίλ. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι παράτολμοι Γάλλοι καλλιτέχνες θα αναπτυχθούν προς Ανατολάς, πέρα από τα γνωστά μας γεωγραφικά όρια, ακολουθώντας συγκεκριμένα δρομολόγια και διαγράφοντας μικρές οδύσσειες πάνω στον χάρτη.»

Το απόσπασμα φωτίζει τον δίαυλο μέσω του οποίου το γαλλικό βωντβίλ έφτασε στον ελληνόφωνο χώρο: όχι ως κείμενο προς ανάγνωση, αλλά ως ζωντανό ρεπερτόριο περιοδευόντων θιάσων. Οι γαλλικοί θίασοι όπερας, οπερέττας και βωντβίλ που από τα τέλη της δεκαετίας του 1860 διέσχιζαν την Ανατολική Μεσόγειο μετέφεραν το είδος ως σκηνική πρακτική, εγκαινιάζοντας τη γνωριμία του τοπικού κοινού με τις συμβάσεις του. Έτσι το βωντβίλ εισήλθε στην περιοχή ενσωματωμένο σε ευρύτερα δίκτυα καλλιτεχνικής κινητικότητας, πριν γονιμοποιήσει την εγχώρια δραματουργική παραγωγή.

Ξεπαπαδάκου, Α. (2019). «Εκεί, στη Σαμαρκάνδη. Ευρωπαϊκοί περιπλανώμενοι λυρικοί θίασοι στην κοντινή και μακρινή Ανατολή», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Όπερα και Ελληνισμός κατά τον 19ο αιώνα, Κέρκυρα: Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας & Ιόνιο Πανεπιστήμιο-Τμήμα Μουσικών Σπουδών, 174-184: 174.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Το «L'Amour de moy» [Η αγάπη μου], ανώνυμο νορμανδικό άσμα του 15ου αιώνα, αν ήκει…

Από το βωντβίλ στην οπερά-κωμίκ: το ντουέτο της Νίζας και του Καλκάντε "Dis-moi pour qui…

Ο Patrice Chéreau [Πατρίς Σερώ], νεαρός διευθυντής του Théâtre de Sartrouville, μιλά για τη σκηνοθεσία…

Το βωντβίλ La Station Champbaudet [Ο σταθμός Σαμπωντέ] (1862) του Eugène Labiche [Εζέν…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Το Théâtre du Vaudeville στο Παρίσι, η σκηνή που από το 1792 αφιερώθηκε στο ομώνυμο…

Αφίσα για την παράσταση του βωντβίλ Un jour de liberté [Μια μέρα ελευθερίας]…

Φωτογραφικό στιγμιότυπο από το βωντβίλ Les Deux Timides [Οι δύο χέστηδες] (1860) των…

Το βωντβίλ στη σκηνή της Comédie-Italienne: η Justine Favart [Ζυστίν Φαβάρ] ως Ροξελάνη στο Soliman…

βασική

Gidel, H. (1986). Que sais-je le vaudeville. Paris:Presses Universitaires de France.

Lotz, D. A. (2014). The television will be revolutionized. New York: New York University Press.

Terni, J. (2006). A genre for early mass culture: French vaudeville and the city, 1830-1848. Theatre Journal, 58(2), 221-248. www.jstor.org...

Κατσιώτη, Η. (2016). Άλλο κόμης κι άλλο κόντες ή «Οι Νέοι Μυλωνάδες», μια διασκευή «κατά τα καθ’ ημάς» που δεν ευτύχησε. Στο Πρακτικά συμποσίου: «Ελληνικότητα και ετερότητα. Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και ‘εθνικός χαρακτήρας’ στον 19ο αιώνα» Α. Ταμπάκη & Ο. Πολυκανδριώτη (Επιμ.)(Τόμ. Β΄, σσ. 395–409). Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ & Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών ΕΙΕ.

Χατζηπανταζής, Θ. (2011). Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της στο 19ο αιώνα. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

συμπληρωματική

Μπαρμπάκη, Μ. (2015). Όψεις της Μουσικής Ζωής στα Ελληνικά Αστικά Κέντρα το Δεύτερο Μισό του 19ου Αιώνα. Κάλλιππος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. dx.doi.org...

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. βωντβίλ [γαλλικό]. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/βωντβίλ [γαλλικό]

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «βωντβίλ [γαλλικό]». Ανακτήθηκε 14 August 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/βωντβίλ [γαλλικό].

MLA

«βωντβίλ [γαλλικό]». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 14 August 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/βωντβίλ [γαλλικό].

1733