Το βωντβίλ αναφέρεται αρχικά σε ελαφρό, στροφικό τραγούδι και μόνο αργότερα προσδιορίζει το ομώνυμο θεατρικό είδος. Η ετυμολογία του όρου είναι ασαφής, με δύο ως τώρα επικρατέστερες ερμηνείες. Κατά την πρώτη, ανάγεται στα σατιρικά άσματα της κοιλάδας του ποταμού Vire στη Νορμανδία (vau-de-Vire) του 15ου αιώνα, τα οποία η παράδοση συνδέει με τον λαϊκό στιχουργό Olivier Basselin [Ολιβιέ Μπασλέν], και, κατά τη δεύτερη, στο έντεχνο αστικό στροφικό τραγούδι του 16ου αιώνα (voix de ville). Κοινό γνώρισμα και των δύο ερμηνειών ήταν η προσαρμογή νέων στίχων σε προϋπάρχουσες, οικείες μελωδίες.
Τα άσματα αυτά εισχώρησαν στην παρισινή κωμική σκηνή στα μέσα του 17ου αιώνα, μέσω των ιταλικών θιάσων της κομμέντια ντελλ άρτε, οι οποίοι τα ενσωμάτωναν στο τέλος των παραστάσεών τους. Μετά την απέλαση των Ιταλών από το Παρίσι το 1697, οι θίασοι των θεάτρων των παζαριών [théâtres de la foire], δεσμευμένοι από το μονοπώλιο της Comédie-Française [Κομεντί-Φρανσαίζ] που τους απαγόρευε τον έμμετρο διάλογο, κατέφυγαν στα «τραγούδια-βωντβίλ» για να παρακάμψουν τους περιορισμούς και να κρατήσουν το κοινό τους. Έτσι διαμορφώθηκε η «κωμωδία μετ᾽ ασμάτων» [comédie en vaudevilles]. Τον 19ο αιώνα το είδος συστηματοποιήθηκε ως αυτοτελής κωμωδία [comédie-vaudeville] από τον Eugène Scribe [Εζέν / Ευγένιος Σκριμπ]. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα το βωντβίλ απέκτησε διακριτά χαρακτηριστικά και σταδιακά μετονομάστηκε σε φάρσα. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του Eugène Labiche [Εζέν / Ευγένιος Λαμπίς], ο οποίος αποδέσμευσε το είδος από τα υποχρεωτικά τραγούδια και ενίσχυσε τη δράση και την ίντριγκα. Ως φάρσα, πλέον, το γαλλικό βωντβίλ επιβίωσε εξελιγμένο, τροφοδοτώντας το κωμικό θέατρο του 20ού αιώνα.
Βασικά χαρακτηριστικά του είδους είναι η απλή πλοκή που αναπτύσσεται συχνά σε μία μόνο πράξη και η ανάλαφρη θεματολογία, η οποία αντλεί από κοινωνικά ή οικονομικά εμπόδια, οικογενειακές συγκρούσεις και παρεξηγήσεις. Τα τραγούδια, βασισμένα σε γνωστές μελωδίες, φέρουν συχνά παρωδιακό τόνο, ενώ το αίσιο τέλος αποτελεί σταθερή σύμβαση. Οι χαρακτήρες είναι συνήθως στερεότυποι, ευκόλως αναγνωρίσιμοι, χωρίς ψυχολογικό βάθος.
Χάρη στον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, το βωντβίλ αγκαλιάστηκε από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ανταγωνίστηκε την όπερα και το ρομαντικό δράμα. Στα θέατρα των παζαριών οι θίασοι επινόησαν τα écriteaux, μεγάλες πινακίδες με τους στίχους των τραγουδιών, τα οποία ξετύλιγαν επί σκηνής ώστε το κοινό να τραγουδά τα κουπλέ σε γνωστές μελωδίες, μετατρέποντας τον νομικό περιορισμό σε δραματουργικό εύρημα. Χαρακτηριστικό δείγμα της ώριμης φάσης αποτελεί το La Chercheuse d'esprit [Η αναζητήτρια του πνεύματος] (1741) του Charles-Simon Favart [Σαρλ Σιμόν Φαβάρ], όπου τα άσματα οργανώνουν την πλοκή και προετοιμάζουν τη μετάβαση προς την οπερά-κωμίκ. Τον 19ο αιώνα ο Scribe καθιέρωσε το «βωντβίλ-φινάλε» [vaudeville final], τα καταληκτικά κουπλέ που απευθύνονταν ευθέως στο κοινό. Όταν, προς τα τέλη του αιώνα, το είδος έφθινε, ο όρος μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, όπου προσέλαβε ριζικά διαφορετική μορφή ως θέαμα ποικιλιών [variety show].
Στην Ελλάδα το βωντβίλ έγινε γνωστό στη γαλλική του μορφή. Στη δεκαετία του 1860 τοποθετούνται οι πρώτες «πεζωδίες» ή «ωδοδράματα» ή «βωδεβίλλια», αρχικά μεταφράσεις ξένων έργων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν Οι Μυλωνάδες (1870), μουσική κωμωδία βασισμένη σε ιταλική φάρσα: στην ελληνική διασκευή διατηρήθηκαν τα ιταλικά ονόματα με ελληνικές καταλήξεις (Cecchino-Τσεκίνος), ενώ τα ενσωματωμένα τραγούδια αυξήθηκαν από δύο σε είκοσι πέντε, γεγονός που οδήγησε τον πρωταγωνιστή Ευάγγελο Παντόπουλο να χαρακτηρίσει το έργο «μελοκωμωδία». Το γαλλικό βωντβίλ ενέπνευσε, τέλος, το ελληνικό κωμειδύλλιο, χωρίς τα δύο είδη να ταυτίζονται.